Το χωριό

Σε Δίστρατο μετονομάστηκε το χωριό μετά το 1956. Το όνομα οφείλεται μάλλον σε μια τοποθεσία στην κο­ρυφή του χωριού «τα Δίστρατα» ή στο ότι βρίσκεται στη διακλάδωση του δρόμου προς τα Δυτ. Τζουμέρκα (ο ένας κλάδος μέσω Ανεμοράχης – Χώσεψης και ο άλλος πα­ραποτάμιος μέσω Κεντρικού – Μακρύκαμπου). Η παλαιότερη ονομασία ήταν Πιστιανά Παλαιάς Ελλάδας.

Η περιοχή του χωριού απελευθερώθηκε από τους Τούρκους το έτος 1881 με την συνθήκη του Βερολίνου, ό­ταν προσαρτήθηκε στην Ελλάδα η Θεσσαλία και τμήμα του Ν. Άρτας ανατολικά του Αράχθου. Μέχρι το 1912 υ­παγόταν μαζί με άλλα χωριά στο Δήμο Θεοδωρίας με έ­δρα το Βουργαρέλι. Το 1912 αναγνωρίστηκε σαν ξεχωρι­στή Κοινότητα με το όνομα Πιστιανά, στην οποία αρχι­κά υπαγόταν και η Κάτω Καλεντίνη. Αργότερα το 1919 αναγνωρίστηκε σαν κοινότητα και η απέναντι του Αρά­χθου περιοχή, η οποία απελευθερώθηκε μετά τους Βαλ­κανικούς πολέμους του 1912-13, επίσης με το όνομα Πιστιανά. Για να ξεχωρίζουν ονομάστηκε η κοινότητά μας Πιστιανά Παλαιάς Ελλάδας, επειδή είχε απελευθερωθεί νωρίτερα, ενώ η απέναντι Πιστιανά Νέας Ελλάδας.

Οικισμός με το όνομα Πιστιανά ήταν, τουλάχιστον από την εποχή του 1821, στη θέση των απέναντι Πιστιανών. Τότε υπήρχε το αρματολίκι Πιστιανών και Μπρένιστας με οπλαρχηγό το Γ. Τσαρακλή. Τα ερείπια του αρχοντικού του Τσαρακλή υπήρχαν πριν μερικά χρόνια στο απέναντι χωριό. Στη δικαιοδοσία του αρματολικιού υπαγόταν και η περιοχή του χωριού, η οποία τότε ήταν μάλλον βοσκότοποι και ίσως ονομαζόταν Λυκούρες. Μετά την απελευθέρωση ονομάστηκε Πιστιανά (Ο Σερ. Ξενόπουλος το ονομάζει «Πιστιανά ή Οπισθιανά Νέα» επειδή αποτελούσε τμήμα της περιφέρειας του παλαιού χωριού Πιστιανά που τώρα απελευθερώθηκε). Η κατοπινή ονο­μασία σε Πιστιανά Παλαιάς Ελλάδας οφείλεται στους λόγους που αναφέραμε παραπάνω.

Το όνομα Πιστιανά λοιπόν μάλλον προέρχεται από τη λέξη Οπισθιανά. Κατά τον Τραπεζακιώτη δάσκαλο Νίκο Αποστόλη ονομάστηκαν έτσι από τους Μουλιανίτες (Γοργομυλιώτες) επειδή γι’ αυτούς ήταν πίσω από το βουνό (Ξεροβούνι).

 

Διοικητικές μεταβολές

Τα λευτερωμένα μετά το 1881 χωριά των Τζουμέρκων αποτέλεσαν για εννέα χρόνια (1882-1891) την επαρχία Τζουμέρκων με έδρα επάρχου τα Άγναντα και είχε τέσσερις δήμους: Της Θεοδωρίας με έ­δρα το Βουργαρέλι, των Καλλαρυτών, των Αγνάντων και των Πραμάντων με έδρα τις ίδιες κωμοπόλεις.

Ο Δήμος Θεοδωρίας, περιλάμβανε τις παρακάτω μετέπειτα κοινότητες: Βουργαρελίου, Λουψίστας, Μήγερι, Νησίστας, Πιστιανών και Χώζεψι ή Χώσεψι. Η επαρχία Τζουμέρκων ενώθηκε με την επαρχία Άρτας δια του Νό­μου Α ΟΓ του 1891.

 

Η αναγνώριση σαν κοινότητα Πιστιενών ή Πιστιανών έγινε με το Β.Δ. 19-8-1912 (ΦΕΚ 254/1912). Με το ί­διο Β.Δ. ο συνοικισμός Καλεντίνη (πρώην Δήμου Θεο­δωρίας) προσαρτήθηκε στην κοινότητα “Πιστιενά”.

Η απόσπαση του συνοικισμού Κάτω Καλεντίνης, ο οποίος αποτέλεσε ιδιαίτερη Κοινότητα, έγινε με το Π.Δ. 12-7-1929 (ΦΕΚ 230/1929).

Με το Β.Δ. 11-5-54 (ΦΕΚ A 101/54) οι συνοικισμοί “Σιάντος” και “Σινιάγκος” της Κοινότητας Πιστιανών Παλαιάς Ελλάδος μετονομάστηκαν, ο μεν πρώτος “Δαφνούλα” ο δε δεύτερος “Πέραμα”.

Με το Β.Δ. 18-5-56 (ΦΕΚ 125/1956) ο συνοικισμός “Πιστιανά” της κοινότητας Πιστιανών Π.Ε. μετονομά­στηκε “Δίστρατο” και η κοινότητα “Πιστιανών Π.Ε” επί­σης “Δίστρατο”.

Με το πρόγραμμα ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (1997) η Κοινότητα Διστράτου εντάχθηκε μαζί με άλλες 12 κοινότητες στο Δήμο Αθαμανίας με έδρα το Βουλγαρέλι.

Με το πρόγραμμα ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ (2010) Ο Δήμος Αθαμανίας μαζί με τον Δήμο Αγνάντων και τις Κοινότητες Θεοδωριάνων και Μελισσουργών αποτέλεσαν τον Δήμο Κεντρικών Τζουμέρκων όπου και ανήκει σήμερα το Δίστρατο.

Ένας Παραδοσιακός Γάμος

Το μεγαλύτερο μέρος της λαογραφίας μας, ασφαλώς αναφέρεται στα έθιμα του γάμου. Οι παραδοσιακοί γάμοι κρατούσαν σχεδόν μια βδομάδα. Μέσα από τις συνήθειες και την τελετουργία, φαίνεται η σημασία που έδιναν στο γάμο σαν μοναδική στιγμή των νεονύμφων αλλά και σαν στοιχείο συνέχειας της ζωής.

Μεταφέρεται αυτούσιο το κείμενο, με τις συνήθειες και τα έθιμα του γάμου, όπως γράφτηκε από τον τραπεζακιώτη Νίκο Γ. Παπανικολάου, που μένει στους Αγίους Αναργύρους Άρτας.

Τα προζύμια

Από νωρίς το μεσημέρι της Τετάρτης, στο σπίτι του γαμπρού μαζεύονταν τα κορίτσια και τα παιδιά της γειτονιάς για να «αναπιάσουν» τα προζύμια για το γάμο που θα γίνει την ερχόμενη Κυριακή. Είχαν έρθει και οι συγγενείς του γαμπρού (πρωτο-δευτερο ξαδέρ- φια) για να φτιάξουν την κουλούρα που θα πήγαιναν την Παρασκευή στη νύφη. Ετσι λοιπόν από το μεσημέρι της Τετάρτης άρχιζαν οι ετοιμασίες. Εστελναν στη βρύση ένα παιδί ή κορίτσι που να έχει μάνα και πατέρα, να φέρει νερό με ένα κανάτι για να φτιάξουν τη μαγιά με την οποία θα ζύμωναν την Πέμπτη την Κουλούρα «μπουγάτσα».

Αφού λοιπόν ερχόταν το νερό απ’ τη βρύση, το έριχναν σε ένα καθαρό φρεσκογανωμένο (καλαλισμένο) ταψί μαζί με αλεύρι σιταρένιο φρεσκοαλεσμένο και το ανακάτευαν με ξύλινο κουτάλι. Αυτή την προεργασία την έκαναν ένα κορίτσι και ένα αγόρι, που να έχουν μάνα και πατέρα, ενώ δίπλα άλλα αγόρια και κορίτσια τραγούδαγαν, έπιναν, γέλαγαν και πείραζαν το γαμπρό, που έπρεπε και αυτός να είναι εκεί. Τότε, πάνω στις χαρές και τα τραγούδια, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, αγόρια και κορίτσια έπαιρναν αλεύρι από το ταψί και το έριχναν στο γαμπρό (τον αλεύρωναν) και τα γέλια πήγαιναν σύννεφο.

Αφού τελείωναν τα προζύμια και η προεργασία, κατά το απόγευμα το «διαλούσαν» αφήνοντας το ζυμάρι να γίνει για την άλλη μέρα.

Η κουλούρα (μπουγάτσα)

Από το πρωί της Πέμπτης τα κορίτσια ξαναρχόντουσαν στο σπίτι του γαμπρού για να ζυμώσουν την «κουλούρα» της νύφης και ξανάρχιζαν τα τραγούδια και τα πειράγματα. Αφού τελείωνε το ζύμωμα, βάζανε το ζυμάρι σε καθαρό ταψί και το άφηναν 2-3 ώρες, για να γίνει (να φουσκώσει). Ύστερα άναβαν φωτιά στη γωνιά (στο τζάκι) ή στο φούρνο -αν είχανε- για να ψήσουν την κουλούρα. Όλο αυτό το διάστημα τα τραγούδια και τα πειράγματα δεν λείπανε. Αφού έψηναν τη «μπουγάτσα» της νύφης, την έβγαζαν απ’ το φούρνο και ήταν πλέον έτοιμη -μαζί με τα δώρα- για την επόμενη μέρα (Παρασκευή), όπου ένας κοντινός συγγενής του γαμπρού – αδελφός ή εξάδελφος – θα την πήγαινε στη νύφη.

Γυρίζοντας έπαιρνε και τα προικιά απ’ το σπίτι της νύφης, η οποία θα τα εύρισκε στο σπίτι του γαμπρού μετά τον γάμο. Εδώ πρέπει να πούμε, ότι σε άλλες περιπτώσεις τα προικιά της νύφης δεν τα έπαιρναν την Παρασκευή αλλά την Κυριακή μαζί με την νύφη.

Ερχότανε η Παρασκευή και πήγαινε ο «Κουλουριάρης» στο σπίτι του γαμπρού. Αν ήταν μακρυά το σπίτι της νύφης πήγαινε πρωί πρωί, αν ήταν κοντά κατά το μεσημέρι.

Βρίσκανε λοιπόν ένα καλό άλογο ή μουλάρι, με καινούριο σαμάρι και το σκέπαζαν με μια «καραμελωτή» – ένα ρούχο παρδαλό κεντημένο στον αργαλειό. Πάνω από την «καραμελωτή» έριχναν ένα σεντόνι κεντημένο, φόρτωναν ένα τροβά από μια μεριά με την κουλούρα και έναν από την άλλη με τα διάφορα δώρα, που ήτανε συνήθως κάποιο μαντήλι, ποδιά ή κάτι άλλο. Καβαλίκευε στο ζώο και μετά του έδινε μια καμουτσικιά και γραμμή για το σπίτι της νύφης.

Τα προικιά

Όπως ο γαμπρός έτσι και η νύφη έκανε τις δικές της ετοιμασίες για το γάμο. Την Παρασκευή πρωί-πρωί οι γειτονοπούλες και οι συγγένισές της πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για να ετοιμάσουν τα προικιά. Τα έριχναν λοιπόν όλα κάτω στο πάτωμα και τα έβαζαν στη σειρά για να τα δουν όλες οι κοπέλες που ήταν εκεί, ενώ η κάθε καλεσμένη προσέφερε ότι είχε ευχαρίστηση για δώρο στη νύφη.

Ύστερα άρχιζαν να ετοιμάζουν τα προικιά σε δέματα. Έβαζαν τις βελέντζες και τις φλοκάτες όλες μαζί σε ένα δέμα και πάνω από αυτό ένα μαξιλάρι κεντημένο και τέλος το έδεναν με δυο άσπρες κορδέλες. Στα μπαούλα έβαζαν επίσης ένα μαξιλάρι και τα έδεναν κι αυτά με κορδέλες. Τώρα πλέον ήταν όλα έτοιμα και περίμεναν τον «κουλουριάρη» να έρθει να τα πάρει.

Όταν ο κουλουριάρης έφτανε κοντά στο σπίτι, περίπου εκατό μέτρα πάνω-κάτω, έριχνε και μια τουφεκιά για να ακούσει η νύφη και το σόι της ότι έρχεται, και να βγει να τον περιμένει. Έβγαινε λοιπόν η νύφη έξω στο αλώνι του σπιτιού μαζί με τον πατέρα τη μητέρα της καθώς και άλλους συγγενείς και δικούς της κρατώντας ποτήρια γεμάτα ρακί. Ένα ποτήρι κρατούσε η νύφη για να δώσει στον κουλουριάρη ο οποίος καθώς έφτανε έριχνε μια ακόμα τουφεκιά και ξεπέζευε.

Πρώτα πλησίαζε τη νύφη και εκείνη, αν ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία απ’ την ίδια, έσκυβε και του φιλούσε το χέρι. Μετά ο κουλουριάρης αγκάλιαζε τη νύφη και τη φιλούσε, έπινε το ρακί που του πρόσφερε και της ευχότανε «καλά στέφανα».

Κατόπιν όλοι με τη σειρά τον χαιρετούσαν και του έλεγαν διάφορες ευχές. Αν ήταν ανύπαντρος «και στα δικά σου», αν ήταν παντρεμένος «και στα παιδιά σου».

Μέσα στο σπίτι ήταν στρωμένο τραπέζι με μεζέδες, φαγητά και μια μπουκάλα γεμάτη ρακί. Πέρναγαν όλοι μέσα και καθόντουσαν γύρω από το τραπέζι, ενώ η νύφη όρθια περίμενε εντολή από τη μάνα της να «τρατάρει» τον κουλουριάρη.

«Άντε κοπέλα μου, φέρε να τρατάρεις κάτι το συμπέθερο», έλεγε η μάνα της και αμέσως αυτή πήγαινε στο άλλο δωμάτιο ή στο μαγειριό και έφερνε ένα δίσκο με για γυάλα γλυκό (κεράσι, κυδώνι ή σταφύλι) φτιαγμένο από την ίδια για το γάμο της.

Αφού έπαιρνε γλυκό ο κουλουριάρης, έπινε πάλι ρακί από το δίσκο της νύφης και της ξανάλεγε ευχές. Μετά όλοι μαζί συνομιλούσαν, έτρωγαν, έπιναν και έλεγαν τραγούδια.

Όταν τέλειωναν το φαγητό έπρεπε να ετοιμαστούν για να πάρει τα προικιά ο κουλουριάρης. Πήγαινε στο άλλο δωμάτιο όπου ήταν τα προικιά δεμένα σε δέματα και επάνω τους καθόντουσαν 2-3 παιδιά, τα οποία έπρεπε να κεράσει με λεφτά, γιατί μόνο έτσι θα κατέβαιναν από τα δέματα. Μετά φόρτωναν τα προικιά στα ζώα και τραγουδώντας τον ξεπροβόδιζαν ως την άκρη της αυλής.

Τα προικιά πήγαιναν για το σπίτι του γαμπρού και η νύφη με τους δικούς της γυρνούσε μέσα και συνέχιζε τις ετοιμασίες για το γάμο. Στο σπίτι του γαμπρού οι συγγενείς περίμεναν τα προικιά και όταν αυτά έφθαναν τα έσπερναν με ρύζι και κουφέτα λέγοντας διάφορες ευχές. Στη συνέχεια τα πήγαιναν σε ένα δωμάτιο, το κλείδωναν και το κλειδί το κρατούσε ο πεθερός ή η πεθερά και το έδινε στη νύφη όταν εκείνη ερχόταν στο σπίτι. Στο μεταξύ κανείς δεν μπορούσε να μπει σ’ αυτό το δωμάτιο.

Τα σφάγια

Περνούσε η Παρασκευή και έφθανε το Σάββατο. Από πρωί ερχόταν αυτός που θα έσφαζε τα σφαχτά για το γάμο και μαζί του ήταν και ο μάγειρας που θα έφτιαχνε τις μερίδες το κρέας ανάλογα με τα καλέσματα. Άρχιζαν λοιπόν να βράζουν το κρέας και να ετοιμάζουν τους μεζέδες που συνήθως ήταν τηγανίτες και σαλάτες λαχανικών. Το Σάββατο το βράδυ, ερχόντουσαν και οι οργανοπαίχτες και έτσι ο γάμος άρχιζε χορεύοντας και τραγουδώντας. Τα μεσάνυχτα έπρεπε να κοιμηθούν λίγο, γιατί την άλλη μέρα και το άλλο βράδυ τους περίμενε πολύ δουλειά …

Έρχονται οι καλεσμένοι

Ξημέρωνε Κυριακή. Από νωρίς άρχιζαν οι ετοιμασίες και το στρώσιμο των τραπέζιών έξω στο αλώνι. Οι καλεσμένοι δεν θα αργούσαν να έρθουν και μέχρι τότε έπρεπε όλα να είναι έτοιμα για να καθίσουν να φάνε και να πιούν.

Σιγά σιγά κατέφθαναν οι γείτονες οι συγγενείς και οι άλλοι καλεσμένοι, άλλοι πεζοί και άλλοι πάνω σε στολισμένα ζώα (άλογα ή μουλάρια). Μαζί τους έφερναν και την «πρεβέντα», δηλαδή τα δώρα (κρέας, μπουγάτσα, και ένα μπουκάλι «πιόμα», ρακί ή ούζο). Τους περίμεναν στο αλώνι ο μάγειρας και οι κεραστάδες, δηλ. οι σερβιτόροι, οι οποίοι αφού έπαιρναν τον τροβά με την πρεβέντα τους έβαζαν στη σειρά να καθίσουν στα τραπέζια.

Ο Νονός

Εκεί που γλεντούσαν ακουγόταν μια τουφεκιά και τότε όλοι μαζί έλεγαν, «Α! έρχεται ο Νονός». Σηκωνόταν λοιπόν ο γαμπρός με τους γονείς και τους κοντινούς συγγενείς του και πήγαιναν να κεράσουν το νονό πριν ακόμα αυτός φτάσει στην αυλή. Ο νονός ερχόταν καβάλα σε ένα άλογο και δίπλα του είχε ένα άλλο ζώο στο οποίο είχε φορτώσει το σφαχτό, τη μπουγάτσα, το κρασί και σε παρδαλό τροβά τα στέφανα και τις λαμπάδες για τα στεφανώματα.

Αφού τον καλοδεχόντουσαν λέγοντάς του τις απαραίτητες ευχές, πήγαιναν στο σπίτι και εκεί τον έβαζαν να καθίσει στην καλύτερη θέση του τραπεζιού, κοντά στον κουμπάρο και τον αναδεχτό (γαμπρό).

Άρχιζαν τότε τα όργανα να παίζουν και πρώτος έσερνε το χορό ο νονός παρέα με τον γαμπρό και τους κουμπάρους. Ταυτόχρονα τα φαγητά στρώνονταν στα τραπέζια και αφού χόρευαν σχεδόν όλοι, καθόντουσαν στο τραπέζι και έτρωγαν.

Η τάβλα

Αφού όλοι καθόντουσαν στο τραπέζι, οι γεροντότεροι άρχιζαν το τραγούδι της τάβλας.

“Φίλοι μ’ καλώς ορίσατε

να φάμε και να πιούμε………..

Σε τούτην’ τάβλα πού μαστέ, σε

τούτο το τραπέζι τον άγγελο

φιλεύουμε και το Χριστό κερνάμε

και την παρθένα Παναγιά τη

διπλοπροσκυνάμε…..”

Κάποια στιγμή οι γέροι σταματούσαν το τραγούδι για να το συνεχίσουν οι νέοι ώσπου να τελειώσει. Μετά ο παπάς ευλογούσε το τραπέζι και ήταν πλέον η ώρα του φαγητού.

Το ξύρισμα του γαμπρού

Τελειώνοντας το φαγητό σηκωνόντουσαν απ’ το τραπέζι και άρχιζαν τις ετοιμασίες για το ξύρισμα του γαμπρού. Έφερναν ένα μικρό τραπέζι, το έστρωναν με άσπρο μαντίλι και έβαζαν επάνω τα ξυριστικά. Το σαπούνι ήταν αμεταχείριστο, ενώ το ξυράφι ήταν αναγκαστικά μεταχειρισμένο. Έφερναν μια καινούρια καρέκλα, φώναζαν το γαμπρό να καθίσει για να τον ξυρίσει ένα νέος που να έχει μάνα και πατέρα.

Άρχιζε ο μπαρμπέρης να κάνει τη σαπουνάδα στο γαμπρό, άρχιζαν και οι καλεσμένοι να τραγουδάνε.

“Ξυράφια από τα Γιάννενα

κι ακόνια από τα Τρίκαλα

…………….”

Ο νουνός πρώτος σταύρωνε με ένα ασημένιο νόμισμα το γαμπρό στο μέτωπο και το έριχνε στο δίσκο που κρατούσε ο ίδιος ο γαμπρός στα χέρια του. Στη συνέχεια όλοι οι καλεσμένοι περνούσαν, ευχόντουσαν «Καλά στέφανα» και «σταύρωναν» το γαμπρό. Ενώ ταυτόχρονα τα όργανα ακολουθούσαν στο σκοπό του τραγουδιού.

Πηγαίνοντας για τη νύφη

Μετά ο ξύρισμα, ο γαμπρός έπρεπε να ετοιμαστεί, να πλυθεί, να αλλάξει και να βάλει τα καλά του, ενώ οι καλεσμένοι τραγουδούσαν και χόρευαν κάτω απ’ τους ήχους των οργάνων.

Οι μουλαράδες ετοίμαζαν τα ζώα (άλογα-μουλάρια) για να πάει ο γαμπρός καβάλα και για να πάρουν τα προικιά (αν δεν τα είχαν πάρει την Παρασκευή).

Με το ίδιο ζώο που θα πήγαινε ο γαμπρός θα γύριζε και η νύφη. Γι’ αυτό το στόλιζαν πιο φανταχτερά με κάτασπρό σεντόνι και μια μεγάλη κορδέλα ζωσμένη γύρω από το σαμάρι και κάτω από τα ζώστρα του ζώου. Έδεναν επίσης μαντήλι μεταξωτό στο καπίστρι του ζώου για να ξεχωρίζει από τα άλλα.

Αφού όλα ήταν έτοιμα, ξεκινούσαν σιγά-σιγά για τη νύφη. Μπροστά πήγαινε ο «σιχαρικιάρης», δηλ. ένας φίλος ή συγγενής του γαμπρού καβάλα στο άλογο. Όταν έφθαναν κοντά στο σπίτι της νύφης, θα πήγαινε να ποδέσει τη νύφη με τα καινούρια παπούτσια που τα έστελνε ο γαμπρός.

Πίσω ο γαμπρός και όλο το συμπεθεριό καβάλα και πεζούρα, ενώ τα όργανα λαλούσαν διάφορα τραγούδια του γάμου. Στο σπίτι έμενε ο μάγειρας με τους βοηθούς του γιατί έπρεπε να ετοιμάσουν τα φαγητά για το βράδυ που οι υπόλοιποι θα επέστρεφαν φέρνοντας τη νύφη. Υπολόγιζαν περίπου πόσοι θα έρθουν από τους «μπεκτσήδες», δηλ. το σόι της νύφης, προκειμένου να τους φτάσει το φαγητό και για την περίπτωση που έρθουν κάποιοι έκτακτοι, έβαζαν γύρω στις δέκα μερίδες κρέας παραπάνω στο καζάνι.

Μαζί με τις ετοιμασίες αυτές ο μάγειρας αναλάμβανε να ψήσει και το σφαχτό του νουνού. Το βράδυ, ξεχωριστά από τα άλλα φαγητά και σε άλλη στιγμή, θα περνούσε ο μάγειρας με ένα ταψί γεμάτο κοψίδια από το σφαχτό του νουνού και θα το προσέφερε σε όλους τους καλεσμένους, οι οποίοι μαζί με ένα ποτήρι κρασί θα έδιναν ευχές στο νουνό για τα αναδεχτούδια του και το σπίτι του.

Πληγιάζοντας στο σπίτι της νύφης

Καθώς οι συμπέθεροι κοντοζύγωναν στο σπίτι της νύφης, εκατό-διακόσια μέτρα πριν φθάσουν, έφευγε πρώτος ο σιχαρικιάρης για να φορέσει τα παπούτσια της νύφης, ενώ οι άλλοι πλησίαζαν στο σπίτι σιγά-σιγά τραγουδώντας και χορεύοντας.

Σαν έφθαναν έξω απ’ το σπίτι στεκόντουσαν και άρχιζαν το τραγούδι της νύφης.

“Ξύπνα περδικομάτα μου

και ήρθα στο μαχαλά σου

χρυσά πλεξούδια σου φερα

να πλέξεις τα μαλλιά σου

………………….”

Η νύφη βρισκόταν στο δωμάτιό της και οι αδελφο-ξαδέλφες της τη στόλιζαν (τότε δεν υπήρχαν κομμώτριες στα χωριά), ενώ οι συγγενείς της έβγαιναν έξω. Πρώτος ο πατέρας ή η μάνα της πήγαιναν στο αλώνι να καρτερέσουν το συμπεθεριό και το γαμπρό.

Πλησιάζει ο γαμπρός καβάλα στο ζώο και ρίχνει στον πατέρα της νύφης μια μεγάλη παρδαλή πετσέτα, ενώ ο μελλοντικός πεθερός του προσφέρει μια κούπα με κρασί που έχει μέσα ένα ασημένιο νόμισμα (συνήθως λίρα χρυσή). Πίνει λίγο κρασί ο γαμπρός, παίρνει το νόμισμα και το υπόλοιπο κρασί το ρίχνει προς τα πίσω χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Μετά ξεπεζεύει απ’ το ζώο, χαιρετάει τον πεθερό, του φιλάει το χέρι και φιλιούνται σταυρωτά στο πρόσωπο ενώ οι παριστάμενο χειροκροτούν. Τέλος πηγαίνουν στο σπίτι δίπλα στο τραπέζι όπου περιμένει ο παπάς.

Τα στέφανα

Σε λίγο ανοίγει και η μεσόπορτα και βγαίνει η νύφη συνοδευόμενη από τα αδέλφια της. Πηγαίνει μπροστά στο γαμπρό και προσκυνάει, ο γαμπρός τη φιλάει, τη βάζει δίπλα του και τότε ο παπάς αρχίζει το μυστήριο του γάμου. Με το τέλος του μυστηρίου ρίχνουν και ένα δύο τουφεκιές στον αέρα και αρχίζουν τότε οι ευχές και τα κεράσματα (ούζο, κρασί κ.α.).

Φεύγοντας από το σπίτι της νύφης

Κατόπιν βγαίνουν έξω και ετοιμάζονται να φύγουν για το σπίτι του γαμπρού. Έξω στην αυλή έχουν ένα μέρος όπου η νύφη θα καβαλικέψει στο ζώο που πριν είχε ο γαμπρός. Πηγαίνοντας προς τα εκεί οι συμπεθέροι και οι μπεκτσήδες όλοι μαζί τραγουδούν το τραγούδι του αποχαιρετισμού.

“Αφήνω γεια μανούλα μου

αφήνω γεια πατέρα

αφήνω γεια στη γειτονιά

και στις γειτονοπούλες

………………….”

Ενώ η νύφη ετοιμάζεται να καβαλικέψει το άλογο, τα προικιά φορτώνονται στα ζώα (αν δεν τα έχουν πάρει από την Παρασκευή), τα όργανα παίζουν και οι καλεσμένοι στήνουν το χορό. Όταν όλα ετοιμαστούν παίρνουν το δρόμο για το σπίτι του γαμπρού. Φορτώνοντας τα προικιά, έπρεπε να τα καβαλικέψει ένα μικρό παιδί που να έχει μάνα και πατέρα (ένα παιδί σε κάθε ζώο). Το παιδί κατέβαινε από το ζώο μετά από το σχετικό κέρασμα.

Στo σπίτι του γαμπρού

Φτάνοντας κοντά στο σπίτι του γαμπρού, σταματούσαν, χόρευαν και ξαναξεκινούσαν πάλι. Σαν έφταναν έξω απ’ το αλώνι, σταματούσαν και περίμεναν να βγει η πεθερά της νύφης για να της πούνε το τραγούδι.

“Έβγα κυρά και πεθερά

για να δεχτείς την πέρδικα

την πέρδικα που σου φερα

που περπατά λεβέντικα

………………….”

Η πεθερά τότε βγαίνει και πηγαίνει κατευθείαν στη νύφη και της προσφέρει ένα πιάτο κουφέτα και λουλούδια. Η νύφη, ενώ συνεχίζει να είναι καβάλα στο ζώο, παίρνει τα κουφέτα και τα λουλούδια από το πιάτο και σταυρωτά τα πετάει μπρος, πίσω, δεξιά, αριστερά, ξαναπροσκυνάει και τότε πηγαίνει ο πεθερός και την κατεβάζει από το ζώο.

Η πεθερά της κρεμάει στο λαιμό μια αλυσίδα και ο πεθερός της περνάει στο χέρι ένα βραχιόλι. Η νύφη τότε φιλάει τα χέρια της πεθεράς και του πεθερού της, οι οποίοι τις εύχονται να «ζήσει ευτυχισμένη» και την πηγαίνουν στο σπίτι.

Στην πόρτα όμως του σπιτιού, έχουν κρύψει σε ένα μικρό σεντόνι κάτω στο κατώφλι ένα πιάτο και ένα σιδερικό (μαχαίρι-τσεκούρι), έτσι που πατώντας η νύφη να σπάσει το πιάτο και να σιδερωθεί δηλ. στεριώσει στο καινούριο σπίτι.

Μπαίνοντας μέσα, τη βάζουν να καθίσει σε ένα μέρος που από πριν έχουν ετοιμάσει σε θέση που να κοιτάζει ανατολικά.

Ολονύκτιο γλέντι – κεράσματα

Αφού τακτοποιηθούν όλοι, αρχίζει ο χορός και το γλέντι. Στρώνονται τα φαγητά και τα πιοτά, ο παπάς ευλογεί το τραπέζι, όλοι εύχονται «με ζωή» στους νιόπαντρους «και καλά γεράματα» στους παντρεμένους και τότε είναι που το γλέντι ανάβει.

Αφού οι νιόπαντροι ξεκουραστούν θα σηκωθούν να χορέψουν. Τότε οι οργανοπαίχτες σηκώνονται όρθιοι και όλοι τους κερνάνε λεφτά. Τα πεθερικά και του γαμπρού και της νύφης κρατάνε τα νιόγαμπρα στον πρώτο τους χορό και ακολουθούνε και οι άλλοι συγγενείς.

Τα όργανα τότε παίζουν το τραγούδι του νουνού

“Νουνέ μας Καλωσόρισες

νουνέ καλώς μας ήρθες

όπως κόπιασες με ρύζι (δηλ. στα στέφανα)

να κοπιάσεις και με λάδι”(δηλ. στα βαφτίσια)

και το άλλο,

“Βάλε το χεράκι σου στην ασημένια τσέπη

βγάλε από μέσα τα φλουριά και

δως στ’ αναδεχτούδια”

Τότε ο νουνός βγάζει λεφτά και κερνά τα όργανα για το τραγούδι που του είπαν. Αφού χορέψουν τα νιόγαμπρα, κάθονται στις θέσεις τους και χορεύουν οι άλλοι. Κατά τα μεσάνυχτα και μετά το φαγητό περνάει όπως είπαμε και πριν το ψητό του νουνού.

Υστέρα η νύφη ζητάει το κλειδί από τον πεθερό για να ανοίξει το δωμάτιο όπου βρίσκονται τα προικιά της, για να αλλάξει και να περάσει με το γλυκό. Στη συνέχεια πηγαίνει μπροστά η νύφη με γλυκό ενώ από πίσω της ακολουθούν δύο κοπέλες – η μια από το δικό της σόι (αδελφή ή ξαδέλφη) και η άλλη από το σόι του γαμπρού- κρατώντας το δίσκο με το ποτό και το νερό. Καθώς οι καλεσμένοι τρώνε το γλυκό λένε διάφορες ευχές και κερνούν τη νύφη χρήματα. Μετά τη διαδικασία του κεράσματος το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι το πρωί.

Με την ανατολή του ήλιου πήγαιναν για ύπνο προκειμένου να ξεκουραστούν για το βράδυ που είχαν «πιστρόφια», δηλ. επιστροφή για γλέντι στο σπίτι της νύφης.

Πρώτα όμως έφευγε ο νουνός. Η νύφη τον συνόδευε μέχρι παραπέρα στο δρόμο και εκεί, αφού τον χαιρετούσε, του φιλούσε το χέρι και του έδινε τον τρο- βά με τα δώρα του, που ήταν πουκάμισο και τσερέπια (κάλτσες) για τον νουνό, μαντήλι και μεσοφόρι για τη νονά και χερομάντηλα για τους υπόλοιπους του σπιτιού. Αν υπήρχε και γέρος στο σπίτι έπαιρνε και αυτός ένα ζευγάρι τσερέπια. Αφού χωρίζανε γύριζε η νύφη στο σπίτι και πήγαινε για ύπνο.

Τα πιστρόφια

Με το ηλιοβασίλεμα ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης, όπου τους περίμεναν πάλι με όργανα και τραγούδια. Τα νιόγαμπρα θα πήγαιναν εκεί χωρίς τα γαμπριάτικα ρούχα αλλά τα δεύτερα. Τα γαμπριάτικα θα τα ξαναφορούσαν την Κυριακή στην εκκλησία και μετά όποτε θα ήθελαν.

Το γλέντι εκεί, κρατούσε μέχρι την Τρίτη το πρωί οπότε αποκαμωμένοι θα πήγαιναν για ξεκούραση όλη την υπόλοιπη εβδομάδα.